ακολουθία

[аколутиа] ουσ. Θ. сопровождение, последовательность, церковная служба.

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "ακολουθία" в других словарях:

  • ακολουθία — η церковная служба, чинопоследование богослужения: νεκρώσιμη ακολουθία чинопоследование отпевания усопшего христианина ακολουθία ορθου чинопоследование утрени ακολουθία εσπερινού чинопоследование вечерни Этим. дргр. < ακόλουθος «следующий (за) …   Η εκκλησία λεξικό (Церковный словарь Назаренко)

  • ἀκολουθία — ἀκολουθίᾱ , ἀκολουθία following fem nom/voc/acc dual ἀκολουθίᾱ , ἀκολουθία following fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ακολουθία — Η συμφωνία σε κάτι· η συντακτική συμφωνία στον λόγο, σε αντίθεση με την ανακολουθία· η λογική σειρά· το αποτέλεσμα, το συμπέρασμα. (θεολ.) Στην εκκλησιαστική γλώσσα σημαίνει την τέλεση των διαφόρων ιεροπραξιών στον ναό με ορισμένη τυπική διάταξη …   Dictionary of Greek

  • ακολουθία — η 1. η λογική σειρά, η συντακτική συμφωνία στο λόγο: Στην πρόταση αυτή δεν υπάρχει ακολουθία, αλλά ανακολουθία. 2. το επακολούθημα, το συμπέρασμα: Αυτή είναι η λογική ακολουθία των πραγμάτων. 3. το σύνολο αυτών που ακολουθούν κάποιον (ιεραρχικά… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἀκολουθίᾳ — ἀκολουθίαι , ἀκολουθία following fem nom/voc pl ἀκολουθίᾱͅ , ἀκολουθία following fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Σπανού ακολουθία — Παρωδία κατά τον τύπο των εκκλησιαστικών ακολουθιών διάφορων μεσαιωνικών κειμένων. Ο πλήρης τίτλος του είναι: Ακολουθία του ανοσίου τραγογενή σπανού του ουρίου και εξουρίου, μηνί τω αυτώ εν έτει εφέτο. Γράφτηκε μεταξύ του 13ου και του 14ου αι.… …   Dictionary of Greek

  • ασματική ακολουθία — η асматическая служба – приходская служба, отличающаяся от монастырской тем, что в ней преобладает пение тропарей, а не чтение, как в монастыре …   Η εκκλησία λεξικό (Церковный словарь Назаренко)

  • εικοσιτετράωρη ακολουθία — η двадцатичетырехчасовое богослужение, неусыпное, непрерывное богослужение в монастыре, в храме. Было введено в некоторых монастырях в 5 веке монахом Александром Неусыпным, см. επταδικές ακολουθίες …   Η εκκλησία λεξικό (Церковный словарь Назаренко)

  • ἀκολουθίας — ἀκολουθίᾱς , ἀκολουθία following fem acc pl ἀκολουθίᾱς , ἀκολουθία following fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀκολουθίαι — ἀκολουθία following fem nom/voc pl ἀκολουθίᾱͅ , ἀκολουθία following fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.